19 Ιουλίου, 2011

3.Freak Academy

Κεφάλαιο 3

Κατά τις δυο το βράδυ η παρέα μας χωρίστηκε και πήγαμε ο καθένας στο δωμάτιό του.
Ο Ελ. Τζέυ προσφέρθηκε να με πάει στο δικό μου, αλλά αρνήθηκα ευγενικά.
Τον αποχαιρέτισα και άρχισα να κατευθύνομαι προς τον Άγιο Αλεξάντερ.
Δεν ήθελα να πάω να κοιμηθώ.
Φοβόμουν μην ξαναδώ κάποιο όνειρο, μην ακούσω ξανά τη φωνή που είχε αρχίσει να με στοιχειώνει μέρα και νύχτα.
Είχα φτάσει στο δωμάτιο μου αλλά δίστασα. Μπήκα γρήγορα μέσα και άρπαξα την πρώτη κουβέρτα που βρήκα. Βγήκα έξω κλειδώνοντας την πόρτα και προχώρησα προς το αγαπημένο μου μέρος. Εκεί όπου μπορούσα να κρυφτώ από τους πάντες και να απομονωθώ στον δικό μου κόσμο.
Τα μεγάλα δέντρα δημιουργούσαν περίεργες σκιές, αλλά δεν έδινα σημασία. Προχώρησα πιο βαθιά ώσπου έφτασα στο μικρό λιβάδι. Άπλωσα την κουβέρτα και ξάπλωσα άνετα κάτω.
Ένας ζωγράφος είχε τινάξει το πινέλο του με την ασημένια μπογιά και είχε σκορπίσει χιλιάδες μικρές τελείες στο απέραντο μπλε του ουρανού.
Κοιτούσα τον ουρανό και άφησα τον εαυτό μου να χαλαρώσει. Το μεγάλο μισοφέγγαρο κρεμόταν βαρύ από πάνω μου, αλλά παρέμενε τρομακτικά όμορφο.
Θυμήθηκα ένα τραγούδι και άρχισα να το τραγουδώ: «Δεν είναι ο κόσμος σου αυτός, είναι διαφορετικός σου είχα πει μια νύχτια θυμάμαι. Πως ό,τι φαίνετε είναι αλλιώς και ό,τι φτιάχνεις, ο ουρανός με βροχή με φωτιά… Φοβάμαι…»
Μια φωνή τραγουδούσε τους στίχους μαζί μου. Δεν ήμουν μονή. Πετάχτηκα γρήγορα επάνω και κοίταξα γύρω μου.


«Δεν πρόκειται να σου κάνω κακό! Ηρέμισε», είπε η σκοτεινή φιγούρα που στεκόταν λίγα μετρά μακριά μου.
Με πλησίασε και ετοιμάστηκα για όλα.


«Είμαι ο Άλεξ » είπε και κατέβασε την κουκούλα του τζάκετ του.
Και εκεί ήταν που έμεινα να κοιτώ σαν κάποιος να είχε παγώσει τον χρόνο.


«Ξύπνα! Θα σε περάσει για βλίτο» μια φωνούλα μέσα μου χτυπιόταν να ακουστεί.
Του έδωσα το χέρι μου και συστήθηκα.
«Άβερη. Καινούργιος;»ρώτησα.


«Ναι!» είπε. «Μπορώ να κάτσω μαζί σου;»
«Εντάξει», είπα και έκατσα στην κουβέρτα.
Έκατσε διπλά μου και κοίταξε τον ουρανό, δίνοντας μου την ευκαιρία να τον παρατηρήσω καλυτέρα.
Μαύρα ατίθασα μαλλιά συνδυασμένα με έντονα μπλε μάτια και χλωμή επιδερμίδα.

«Έχεις ωραία φωνή», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Εεευχαριστώ!» είπα. Κοίταξα και εγώ το φεγγάρι. «Είναι το αγαπημένο μου τραγούδι ξέρεις», είπα σιγανά.
Γύρισε απότομα προς την πλευρά μου. «Και μένα», είπε.
Χαμογέλασα σφιγμένα. Δεν τον εμπιστευόμουν.

«Λοιπόν;» ρώτησα. «Σε πιο σχολειό θα πας;»
«Δεν θα πάω», είπε. «Είμαι εικοσι ενoς»
«Μάλιστα» είπα.
Έβγαλα το iPod μου και κοίταξα την ώρα. Κόντευε τέσσερις τα ξημερώματα
«Χάρηκα που τα είπαμε, αλλά πρέπει να πηγαίνω», είπα και σηκώθηκα. «Μπορείς να κρατήσεις την κουβέρτα. Καλό ξημέρωμα».
Άρχισα να περπατώ προς το δάσος , λίγο πριν τον ακούσω να σιγοτραγουδήσει: «… Πως ό,τι φάνετε είναι αλλιώς…»
Έφτασα στο δωμάτιο μου και όπως έκλεισα την πόρτα γλίστρησα προς τα κάτω, πάνω της. Ένιωθα αδύναμη και μηδαμινή.
Και εκείνη η βράδια ήταν που λύγισα. Έκλαψα για όλα τα πράγματα που κρατούσα μέσα μου. Για το ότι οι γονείς μου μισούσαν το ότι είμαι ένα φρικιό και ντρέπονταν για λογαριασμό μου. Για το ότι εγώ η ιδία με μισούσα που δεν μπόρεσα να είμαι απλά μια φυσιολογικοί κοπέλα με μια βαρετή ζωή. Για το ότι οι βαθμοί μου δεν ήταν καλοί. Για το ότι είμαι μονή, καταραμένη με την ικανότητα να προκαλώ παραισθήσεις τόσο δυνατές που μπορούσα να κάνω τον άλλον να με παρακαλάει να πεθάνει ή να τρελαθεί και να μην μπορεί να επιστρέψει ποτέ στο φυσιολογικό του εαυτό. Μισούσα τα πάντα. Σύρθηκα προς τα ντουλάπια και άνοιξα ένα. Έβγαλα από μέσα ένα μπουκάλι ρωσικής βότκας και κουλουριάστηκα σε μια γωνία αγκαλιά με το μόνο πράγμα που μπορεί να με κάνει να ξεχάσω, έστω και για λίγο.

17 Ιουλίου, 2011

2.Freak Academy

Κεφάλαιο 2

Άπλωσα τα χεριά μου και τον αγκάλιασα δυνατά .Όλα μας τα ρούχα βρίσκονται από ώρα στο πάτωμα σχηματίζοντας ένα μικρό σωρό .Δεν ξέρω που βρίσκομαι αλλά δεν με νοιάζει εκείνη την στιγμή .Φωνάζω δυνατά από ικανοποίηση καθώς τον νιώθω βαθειά μέσα μου να τελειώνει .Προσπαθούμε να βρούμε και οι δυο την ανάσα μας . Τα σώματα μας κολλημένα το ένα διπλά στο άλλο αλλά δεν μπορώ να αισθανθώ την ζεστασιά του .Προσπαθω να δω το πρόσωπο του μα το σκοτάδι είναι σύμμαχος του και με εμποδίζει να δω. Νιώθω τα χείλη του στο αυτί μου.
Η φωνή του απαλή και σιγανή.
«Τρέχα »μου ψιθυρίζει.
Ακούω ένα ουρλιαχτό .Το δικό μου ουρλιαχτό .Γλιστρά απότομα και προσπαθώ να πιαστώ από κάτι ,αλλά δεν υπάρχει τίποτα .Ουρλιάζω ξανά αλλά δεν βγαίνει κανένας ήχος .Στάματα να αντιστεκομαι .Ειναι μάταιο .Είμαι ήδη νεκρή.

Ανοιγοκλείνω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου. Βρίσκομαι ακόμα στην βιβλιοθήκη  κουλουριασμένη στην πολυθρόνα. Το τζάκι είχε σβήσει από ώρα και η βροχή έχει  σταματήσει πια .Στα αυτιά μου ακούγεται δυνατά το Fallen Angels των Black Veil Brides.Διπλά μου η κυ .Σερ ,η βιβλιοθηκάριος με μια ανήσυχη έκφραση να διαγράφεται στα όμορφα χαρακτηριστικά της .Ανοιγοκλείνει τα χείλη της ξανά αλλά δεν ακούω τίποτα .Βγάζω τα ακουστικά και επιτέλους καταλαβαίνω τι λέει.
«Σου συνιστώ να πας να ξαπλώσεις και να σταματήσεις να διαβάζεις τόσα πολλά βιβλια .»ειπε γλυκά και μου χαμογέλασε.
Τεντώθηκα και ένιωσα τις αρθρώσεις μου να τρίζουν.
«Συγγνώμη κυ.Σερ .Δεν πρόκειται  να ξανά γινει .Πρεπει να συναντήσω την παρέα μου σε..» κοίταξα την ώρα .10 και 15. πετάχτηκα όρθια με αποτέλεσμα το IPod και το βιβλίο να βρεθούν στο πάτωμα. «πριν από ένα τέταρτο» αναφώνησα και μάζεψα τα πράγματα από το πάτωμα .Έχωσα το βιβλίο στα χεριά της και έτρεξα προς την έξοδο.
«Θα περάσω και αύριο!!Καληνύχτα σας» φώναξα πίσω μου καθώς έτρεχα στο διάδρομο .Βγήκα έξω από το κτίριο και συνέχισα να περπατώ προς τα διαμερίσματα του  διπλανού σχολειού , του Άγιου Πολ.
Καθώς περπατούσα το όνειρο ξανάρθε στο μυαλό μου .Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτήν την φωνή .Κάθε λίγο και λιγάκι έβλεπα ένα περίεργο όνειρο που ήταν τόσο αληθινό που όταν ξυπνούσα δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω ότι ήταν στα αλήθεια ένα όνειρο .Και πάντα μα πάντα ακούω αυτήν την φωνή.
Έφτασα  στο δωμάτιο της Jane και χτύπησα δυνατά .Δυο δευτέρα αργότερα ο L.Jayμου άνοιξε την πόρτα .Πήγα να περάσω αλλά άπλωσε τα χεριά του και μου έκλεισε την είσοδο.
«Λυπάμαι πολύ κυρία μου αλλά αργήσατε όπως ήταν αναμενόμενο «του έριξα ένα δολοφονικό βλέμμα «και τώρα  πρέπει να πληρώσετε» είπε
Τύλιξε τα χεριά του γύρω μου και πλησίασε τα χείλη του στα δικά μου.
«Μη» άρχισα να λέω και έβαλα τα χεριά μου στο στήθος του με σκοπό να  τον σπρώξω .
Τα χείλη του έπεσαν δυνατά πάνω στα δικά μου και τα χεριά μου σύρθηκαν πίσω από τον λαιμό του .Ενα πνιχτώ χαχανητό ακουστικέ και τραβήχτηκα μακριά του.
H Jane ακουμπούσε στην κορνίζα τις πόρτας μαζί με την Νελί και μας κοιτούσαν με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά .Μπήκαμε μάσα κάτσαμε στο σκούρο κόκκινο χαλι ,διπλα στον Γουιλ.
Πάντα λάτρευα το δωμάτιο της Jane .Τους σκούρους κόκκινους τοίχους ,τα σκούρα μαύρα έπιπλα ,τα χιλιάδες κεριά που κάλυπταν κάθε επιφάνια του δωματιου .Τα πάντα ήταν συνδυασμένα μεταξύ τους.
«Λοιπόν »ρωτησε η Νελη. «Τι λέτε να κάνουμε?»
«Και όπως πάντα εγώ θα σώσω τον κόσμο» αναφώνησε ο Will με ηγετικό υφος .Τον κοιτάξαμε όλοι και σκάσαμε ομαδικά στα γέλια.
«Γελάτε ,γελάτε τιποτένια πλασματα. »συνεχισε το θεατρικό του λόγο. «Και δεν πρόκειται να σας αφήσω να παίξετε με το επιτραπέζιο μου.»
Η Νελι σταμάτησε να γελάει.
«Έχω μια παράκληση ,τότε» είπε δαγκώνοντας τα χείλη της ,κίνηση που έκανε συνήθως όταν προσπαθούσε να μην γελάσει. «Θέλω να δω πως θα καταφέρεις να παίξεις μονός σου ένα επιτραπέζιο για πολλά άτομα.»
Ο Will έκανε πως δεν την άκουσε και έβαλε το επιτραπέζιο πάνω στο μικρό σκούρο ξύλινο τραπεζάκι , γύρω από το όποιο είχαμε μαζευτεί.
«Μου το έστειλαν οι γονείς μου και μάλιστα είπαν πως θα το λατρέψουμε.
Ανοίξαμε το κουτί και μάσα βρήκαμε έξι πιόνια σε διαφορετικά χρώματα δυο ζάρια ,μια κλεψύδρα ,ένα ταμπλό ,τις οδηγίες και κάρτες .Πάνω από χίλιες.
Ανοίξαμε το ταμπλό και διαλέξαμε ο καθένας το πιόνι του. Πηρά τα οδηγίες και διάβασα δυνατά.

«Διαχωρίστε τις κάρτες ανάλογα με το χρώμα τους σε 6 δεσμίδες και τοποθετήστε τες στο κέντρο του ταμπλό.»
Περίμενα τα παιδιά να το κάνουν και συνέχισα:
«Τοποθετήστε τις κάρτες που περίσσεψαν ,αυτές με το κόκκινο Χ προς τα πάνω ,έξω από το ταμπλό .Τοποθετείτε τα πιόνια σας πάνω στο ταμπλό στο τετραγωνάκι που λέει αφετηρία και ρίχνεται τα ζάρια .Όποιον αριθμό τύχετε τόσα τετραγωνάκια προχωρήσετε στο ταμπλό .Το τετραγωνάκι που θα σταματήσετε θα έχει ένα χρώμα. Κάποιος θα πάρει την πάνω κάρτα του ιδίου χρώματος και θα διαβάσει την ερώτηση. Γυρίζετε την κλεψυδρών .Αν βρείτε την απάντηση πριν τελειώσει η κλεψύδρα τότε ρίχνει ο επόμενος τα ζάρια. Αν όχι τότε θα πάρετε την  πάνω κάρτα από την δεσμίδα με τις κάρτες Χ και θα διαβάσετε δυνατά τι λέει..Το παιχνίδι μπορεί να συνεχιστεί προοριστούν. Για να τελειώσετε το παιχνίδι πείτε «Τέλος παιχνιδιού»
Καλή διασκέδαση.»
Δίπλωσα το χαρτί και το άφησα στο πλάι.
«Ας αρχισουμε»ειπε ο Ελάτου και πηρέ τα ζάρια .Τα έριξε και προχώρησε στα τετραγωνάκια .Το χρώμα που έτυχε ήταν πράσινο.
Πηρά  μια κάρτα από τις πράσινες και διάβασα
«Ποσά χιλιόμετρα είναι το Σινικό Τοίχος στην Κινά.?»
Γύρισα την κλεψύδρα.
«Έξι χιλιάδες εκατόν τριάντα .»είπε αβέβαιος.
«Λάθος »είπα και του έδωσα γρήγορα μια κάρτα Χ .
«Για να μάθεις να ακούς όταν οι διπλά σου μέλανε ,τι θα έλεγες για ένα ζευγάρι μεγαλύτερα αυτιά ?»είπε.
Ένα μικρό  σύννεφο πράσινης σκόνης κατευθύνθηκε προς το μέρος του  και τον τύλιξε.
Είχαμε μείνει να κοιτάμε με το στόμα ανοιχτώ για μερικά δευτερόλεπτα .Το σύννεφο διαλύθηκε και από πίσω του εμφανίστηκε ο Ελ.Τζευ .
Ξαφνικά βρέθηκα στο πάτωμα να γελώ υστερικά .
Τα κάποτε μικρά αυτιά του Ελ.Τζευ είχαν μεταμορφωθεί σε τεραστία αυτιά χιμπατζή.
Μας κοιτούσε σαν να ήμασταν τρελοί και αυτό μας έκανε να γελάμε περισσότερο.
Μόλις συνειδητοποίησε  ότι κάτι δεν πήγαινε καλά πετάχτηκε και έτρεξε στο μπάνιο.
Μια σειρά από βρισιές ακλούθησε καθώς ήρθε πάλι στο δωμάτιο γελώντας και αυτός με τον εαυτό του.
«Έλα» του είπα .Ακομα σε βρισκω ομορφο !!»είπα καθώς προσπαθούσα να ηρεμίσω.
«Τι λέτε ?συνεχίζουμε? » ρώτησα και έριξα τα ζάρια.

11 Ιουλίου, 2011

1.Freak Academy


Προλογος
Σε αυτό τον κόσμο υπάρχουν οι φυσιολογικοί  και οι μη-φυσιολογικοι .
Οι  φυσιολογικοί είναι ,απλά φυσιολογικοι .Οι μη φυσιολογικοί από την άλλη έχουν κάποια χαρίσματα που γεννιούνται με αυτά και παθαίνουν με αυτά.
Δυστυχώς ή ευτυχώς εγώ γεννήθηκα με την ικανότητα να δημιουργώ παραισθήσεις. Και για αυτό το λόγο βρίσκομαι στην Ακαδημία του Άγιου Αλεξάντερ ή αλλιώς γνωστή ως Freak Academy.

Κεφάλαιο 1

Η βροχή μαστίγωνε δυνατά τα μεγάλα παράθυρα της βιβλιοθήκης , όμως κατά κάποιο τρόπο ο ήχος αυτός με έκανε να ήρεμο .Καθόμουν στην βιβλιοθήκη ,διπλά στο μεγάλο πέτρινο τζάκι με το ένα ακουστικό του IPod μου στο αυτί  και διάβαζα ένα βιβλίο για τις στρατηγικές στο σκάκι, όταν με την άκρη του ματιού μου είδα τον L. Jay να πλησιάζει .Εβγαλα και το άλλο ακουστικό και τον κοίταξα.
«Τι περίεργο να σε συναντήσω στην βιβλιοθήκη .Μα πραγματικά ξαφνιάζομαι »με ειρωνεύτηκε όπως έκανε πάντα όταν με έβρισκε στην βιβλιοθήκη .Έβγαλε τα μαλλιά του από το πρόσωπο του με μιαν άκρως ψωνίστηκη κίνηση και με κοίταξε.
«Εσύ εδω?? »τον ρώτησα με ένα προσποιητό ύφος ξαφνιασμου. « Είχα την εντύπωση ότι σου απαγόρευσαν την είσοδο σε όλα τα μέρη που υπάρχει έστω και ένα βιβλιο .Την τελευταία φορά που ήρθες σε επαφή με ένα όλα τα εγκεφαλικά σου κύτταρα διαλυθήκαν» είπα και του έβγαλα την γλωσσά .
Γέλασε και έκατσε στο βελούδινο μπράτσο της  πολυθρόνας μου .Έσκυψε από πάνω μου , στριμώχνοντας με για τα καλά στην πολυθρόνα .Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αγρίεψαν , τα μάτια του έγιναν πιο μαύρα και από πίσσα  ενώ  το κοντομάνικο στενό μπλουζάκι του έτριξε καθώς οι μυείς του φούσκωναν .Πλησίασε τα χείλη του στο αυτί μου
«Μπου» ψιθύρισε με βαριά φωνή.
«Προσπαθείς να με τρομάξεις ?» είπα και έσκασα στα γέλια .
«Από ότι φαίνεται μάταια »είπε και χαμογέλασε  παιχνιδιάρικα.
Ναι, ο Lincoln Junior δεν είναι απλά ένα αγόρι που τρελαίνεται να ρίχνει κορίτσια και να παίζει video games.
Για την ακρίβεια  δεν έχει παίξει ποτέ ποδόσφαιρο.
Όταν ήταν 5 χρονών τα αγοράκια τις ηλικίας του μάθαιναν να πλακώνονται και να παίζουν διάφορα αγορίστικα παιχνίδια , ενώ εκείνος μάθαινε να ελέγχει την λυκίσια μορφή του και να κυνηγάει την τροφή του. Λυκίσια σωστά το ακούσατε.
Και αυτό επειδή ο L. Jay είναι λυκάνθρωπος και πηγαίνει στο διπλανό ‘σχολειό’ .Αλλα αυτό  θα σας τα εξηγήσω μια άλλη φορά πιο αναλυτικά.
«Τα παιδιά έλεγαν να μαζευτούμε σήμερα στο δωμάτιο της Jane.Τι λες ?»ειπε .
«Οκ .Είμαι μέσα .Τι ώρα?»
«Κατά της 10.»
«Εντάξει ,θα είμαι εκεί»
«Μην ξεχαστείς » είπε και σηκώθηκε . «Τα λέμε εκεί» είπε κλείνοντας μου το μάτι  και απομακρύνθηκε.
Ξανά έβαλα τα ακουστικά του IPod μου και συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο μου.


01 Μαΐου, 2011

5.Τα παραμύθια δεν έχουν πάντα όμορφο τέλος.


Κεφάλαιο 5ο

Η Παρασκευή έφτασε γρηγορότερα από ότι συνήθως. Τώρα που δεν είχα και τις άλλες δυο να με ρεζιλεύουν σε καθημερινή βάση τα πράγματα στο σχολείο ήταν αρκετά πιο εύκολα.
Κατά το βραδάκι αποφάσισα να βγω έξω και να πάω στο συνηθισμένο μου "στέκι", τόσο για τα σκεφτώ, όσο και για να πάρω την εβδομαδιαία "δόση" μου.
Όμως όταν σκαρφάλωσα από την πίσω πόρτα του νεκροταφείου ,συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν μονή. Όσο μονή θα μπορούσα να είμαι σε ένα νεκροταφείο, γεμάτο αμίλητους "μάρτυρες" των πράξεων μου. Δυο φιγούρες περιτριγυρισμένες από σκιές στέκονταν και από τις κινήσεις των χεριών τους μπορούσα να καταλάβω πως τσακώνονταν. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω προτού με πάρουν είδηση όμως όταν πήγα να ξανασκαρφαλώσω στα κάγκελα κάτι με έκανε να διστάσω.
"Τι κακό μπορώ να πάθω αν ακούσω λιγάκι τι λένε;" σκέφτηκα και πήγα να κρυφτώ πίσω από μια μεγάλη μαρμάρινη κρυπτή.

"Στο ξαναλέω Άλεκ, δεν έχουμε άλλο χρόνο να την πάρουμε με το μαλακό!"
"Κι εγώ σου λέω πως δεν μπορώ απλά να την απαγάγω και να την σύρω μαζί μου στους υπόλοιπους!"
Ο Κρίστιαν αναστέναξε και όταν ξαναμίλησε ο τόνος της φωνής του ήταν πιο ήρεμος.
"Έχεις δύο μέρες να την πείσεις να έρθει μαζί μας! Αλλιώς " είπε και ο τόνος στη φωνή του με έκανε να σφίξω την καμπαρντίνα μου ακόμα πιο σφιχτά στο σώμα μου.
Ένα απαλό θρόισμα ακούστηκε και κατάλαβα πως ο Κρίστιαν είχε φύγει.
Μου πήρε μερικά λεπτά να συνειδητοποιήσω πως μίλαγαν για μένα και μερικά δευτέρα για να πεταχτώ από την κρυψώνα μου και να τρέξω προς το μέρος του Άλεκ.
"Περσεφόνη;" είπε και με κοίταξε ξαφνιασμένος.
"Μήπως θες να μου πεις λιγάκι αναλυτικότερα γιατί σας είμαι τόσο χρήσιμη;"
"Κοιτά, εγώ και ο αδερφός μου ψάχνουμε άτομα με ειδικές ικανότητες."
"Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω ....."
"Είσαι ένα είδος μάγισσας Περσεφόνη. Με μια σου σκέψη κατάφερες να στείλεις δυο κοπέλες στο νοσοκομείο με έναν θανατηφόρο ίο που δεν έχει θεραπεία!"
"Εγώ δεν έκανα τίποτα Άλεκ! Δε φταίω εγώ που αυτές κόλλησαν τον ίο. Αλλά το άξιζαν! Είμαι σίγουρη ότι το άξιζαν!"
"Ηρέμησε Περσεφόνη! Ναι, το άξιζαν, αλλά τώρα πια τιμωρήθηκαν!" άρχισε να λέει με μια πολύ ήρεμη φωνή, όμως πίσω της άκουγα το άγχος και το φόβο.
Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ένα δυνατό αεράκι είχε σηκωθεί γύρω μας, κάνοντας τα κιτρινισμένα φύλλα να χορεύουν διπλά μας σε έναν δικό τους, μοναδικό χορό. Ένα δυνατό ρίγος με διαπέρασε και άρχισα να τρέμω.
"Το κακό σε όλα αυτά ξέρεις ποιο είναι;" είπα στο τέλος. Με κοίταξε με περιέργεια, περιμένοντας να συνεχίσω. "Σε πιστεύω." η φωνή μου ακουγόταν ξένη στα ιδία μου τα αυτιά.
Χαμογέλασε και με αγκάλιασε.
"Και τι κάνετε με αυτά τα άτομα;"
"Τα βοηθάμε να αναπτύξουν τα ταλέντα τους. Ταξιδεύουμε σε όλο τον κόσμο και βρίσκουμε κι αλλά τέτοια άτομα!"
"Και ποιο είναι το τίμημα?" ρώτησα κοιτώντας τον κατευθείαν στα γκρίζα ματιά του.
Χαμήλωσε το βλέμμα του και είπε με σιγανή φωνή: "Αν δεχτείς θα πρέπει να αφήσεις τους γονείς σου."
"Και τι θα τους πω; Ότι φεύγω να ανακαλύψω τις δυνάμεις μου;"
"Περσεφόνη..." είπε με ραγισμένη φωνή.
Τότε ήταν που συνειδητοποίησα το νόημα πίσω από τις λέξεις τους. "Θα νομίζουν ότι είμαι νεκρή" είπα περισσότερο στον εαυτό μου.
"Λυπάμαι πολύ Περσεφόνη. Δε γίνεται αλλιώς! Σκέψου ποσά πράγματα θα μάθεις για σένα όμως. Θα βρεις κι αλλά άτομα σαν εσένα! Δεν θα χρειάζεται πια να νιώθεις μονή!" είπε και έπιασε το χέρι μου από τον καρπό. Ένιωσα τα σημάδια μου να καίνε κάτω από το άγγιγμα του.
"Δώσε μου μια νύχτα και έλα να με βρεις αύριο στις δώδεκα το μεσημέρι. Θα σε περιμένω με την απάντηση."
Δίχως άλλη κουβέντα, κατευθύνθηκα προς τα παλιά σιδερένια κάγκελα, παραμέρισα τον κισσό και σκαρφάλωσα.

Η νύχτα της επιλογής ήταν τόσο γαλήνια και ήρεμη, ακριβώς αντίθετη με τα συναισθήματα που πολεμούσαν μέσα μου. Όλο το βραδύ προσπαθούσα να κάνω μια λίστα με τα υπέρ και τα κατά του να μείνω .
Το μονό που κατάφερα ήταν να συνειδητοποιήσω τα χαράματα πια ότι η ζωή δεν είναι κάτι που μπορείς να διαχωρίσεις σε καλά και άσχημα πράγματα. Είναι πολύ περισσότερο από αυτό! Είναι αναμνήσεις, άλλοτε καλές που θες να θυμάσαι μια ζωή και άλλοτε άσχημες που όμως σε κάνουν πιο δυνατή.
Οι θετοί μου γονείς ήταν ό,τι πιο κοντινό είχα σε οικογένεια και ακόμα και αν δεν ήταν τέλειοι, ήταν οι μονοί που μου είχαν απομείνει. Δεν μπορούσα να τους αφήσω έτσι ....

Το πρωί έκανα κάτι που είχα πάψει να κάνω από τότε που ήμουν δώδεκα. Κατέβηκα στην κουζίνα και έκατσα να πάρω πρωινό μαζί τους.
Στην αρχή αντάλλαξαν ξαφνιασμένες ματιές, αλλά αυτό ήταν μονό στην αρχή. Φάγαμε όλοι μαζί το πρωινό μας και σηκωθήκαν να φύγουν για τις δουλειές τους.
Τους αποχαιρέτισα στην πόρτα και καθώς ήταν έτοιμοι να φύγουν, τους ψιθύρισα μια τόσο ισχυρή φράση που για χάρη της είχαν σκοτωθεί άνθρωποι και είχαν γίνει τρομεροί πόλεμοι: "Σας αγαπάω… το ξέρετε, έτσι;"
"Φυσικά και το ξέρουμε γλυκιά μου" είπε η μαμά και με αποχαιρέτισε με ένα φιλί στο μέτωπο.
Έκλεισα την πόρτα πίσω τους και ξέσπασα σε κλάματα. Πήγα στο σαλόνι και κοίταξα μια-μια τις οικογενειακές μας φωτογραφίες. Τελικά όταν χάνεις κάποιον που αγαπάς μονό τότε συνειδητοποιείς πόσο πολύ θα σου λείψει και ποσό τον είχες ανάγκη.
Κοίταξα το ρολόι που κρεμόταν στον μπεζ τοίχο του σαλονιού και ένα μελαγχολικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη μου.
Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και άνοιξα την μπαλκονόπορτα. Μια ριπή κρύου αέρα μπήκε ορμητικά, παρόλο που ο ήλιος έκανε παρέλαση στον ουρανό.
Κάθισα στο κρεβάτι και περίμενα τον Άλεκ.
Έκλεισα για μερικά δεύτερα τα ματιά μου και ένιωσα ένα σκούντημα στον ώμο μου.
"Περσεφόνη;
Ανακάθισα στο κρεβάτι μου και τον κοίταξα.
Δεν μίλησα, παρά μονό τον παρατήρησα στο φως του ήλιου. Τα μακριά μαύρα μαλλιά του, που έπεφταν ατημέλητα στο πρόσωπο του, τα γκρίζα ματιά του που εμοίαζαν να εκπέμπουν ένα δικό τους απόκοσμο φως, το πορσελάνινο δέρμα του, το μαύρο στενό τζιν που αγκάλιαζε τέλεια το σώμα του, το μπλε μπλουζάκι με τα περίεργα μαύρα σχεδία.
"Λοιπόν;" ψιθύρισε ...

30 Ιανουαρίου, 2011

~Tα παραμυθια δεν εχουν παντα ομορφο τελος~

Το πλασμα διπλωσε τα μαυρα φτερα του και με κοιταξε...Πισωπατησα καθως προσπαθουσα να μην ουρλιαξω.
Τα μαυρα ατιμελητα μαλλια,περικυκλωναν το χλωμο πρσωπο του.
Πρεπει να ονοιρευομαι...δεν ηταν δυνατον..
"Γεια σου Περσεφωνη"ειπε το πλασμα.
"Αλεκ.."ειπα.Γιατι δεν μπορουσε να ειναι απλα ενα φυσιολογικο αγορι??Γιατι???

"Λαθως απαντηση!Εχεις μια ακομα ευκαιρια."ειπε σιγογελωντας.Αν και το γελιο του ηταν ομορφο υπηρχε κατι κρυο που με εκανε να ανατριχιασω.

"Τι στο καλω?"

"Το ονομα μου ειναι Κριστιαν."ειπε και σηκωθηκε.Ειχε το ιδιο αναστημα με τον Αλεκ και οσο για την φωνη...ηταν σαν να μιλουσε το ιδιο ατομο.
"Ο αλεκ ειναι..."αρχισα.

"...ο αδερφος μου"τελειωσε την προταση μου.

"Δεν ηξερα οτι εχει αδελφο"ειπα ...

"Ειναι πολλα αυτα που δεν ξερεις..."

"Μηπως θες πρωτα να μου πεις τι θελεις στο δωματιο μου??Δεν θυμαμε να σε καλεσα."

"Συνηθως το πρωτο πραγμα που με ρωτανε ειναι αν ξερω οτι εχουν περασει  οι αποκριες."
Τον κοιταξα προσπαθοντας να μην γελασω.
"Που με ξερεις?"

"Μιλησα με τον Αλεκ και μου ειπε για σενα.."

"Τι σου ειπε?"τον ρωτησα.Μηλησε στον αδερφο του για εμενα,αρα αυτο ηταν κατι καλο ,σωστα?
Ευτηχως που ο φωτισμος ηταν χαμηλος και δεν φανηκε το κοκκινισμα μου.

"Μου ειπε για μια κοπελα που της αρεσει να κανει βολτες στα νεκροταφεια"ειπε αφηρημενα.

"Λοιπον....ξερεις οτι οι αποκριες εχουν τελειωσει?Σωστα?"ειπα προσπαθοντας να μην φανω πολυ νευρικη.
Γελασε παλι μονο που αυτην την φορα το γελιο του ηταν ζεστο.Ισως να το φανταστικα πριν...

"Ναι το ξερω."ειπε οταν σταματησε να γελαει.

"Τοτε?"

"Λυπαμε που θα σε απογοητευσω αλλα αυτα δεν ξεκολαννε "ειπε δειχνντας τα μαυρα φτερα του.

"Και τι στο διαλο εισαι??Μηπως σου κανανε κανενα κανα πειραμα?Η σε τσιμπησε κανενα περιστερι και εγινες ετσι?"
Γελασε ξανα .

"Οχι ειμαι αγγελος.Βασικα ημουν"ειπε κοιτωντας με στα ματια.

"Αγγελος?"

"Ναι αγγελος..με φτερα...πετουσα γυρω-γυρω, φροντιζα ανθρωπους.."ειπε βαριεστημενα.
Τον κοιταξα καλα καλα...

"Ενταξη και τωρα πες μου ποιος σε εστειλε να μου κανεις φαρσα???"

"Τι στενομυαλοι που ειστε εσεις οι ανθρωποι."ειπε κοροιδευτικα.
Ξαφνικα μια κορδελα ομιχλης γλιστρισε κατω απο την πορτα και αρχισε να περνει σιγα σιγα μορφη.
Σε λιγα δευτερα ειχα και τους δυο μπροστα μου.
Δυο ιδια πλασματα το ενα με μαυρα φτερα και το αλλο που μεταφεροταν σε μορφη ομιχλης....Ενταξη..τωρα σιγουρα κατι δεν πηγενε καλα..

"Κριστιαν"ειπε ο αλεκ και αγκαλιασε τον αδερφο του.

"Μπορειτε να μου εξηγησετε τι γινετε εδω??"ρωτησα νευριασμενη.

"Τωρα παρακολουθεις μια συγκινητικη στιγμη αναμεσα σε δυο αδελφια.Τι δεν μπορεις να καταλαβεις?"ειπε ο Κριστιαν.

"Τι κανετε εδω περα εννουσα!Στο δωματιο μου!!!!Αλεκ τι στο καλο γινετε εδω???Και τι στο διαολο εισαστε"

"Αδερφε η τυπησα ειναι χαζη....πριν δυο λεπτα της ειπα οτι ειμαι αγγελος και αυτη εκει...κολλησε.Τι ειμαι και ειμαι!!

 "Κοιτα Περσεφωνη...πιστευεις οτι οι νεκροι επικοινωνουν μαζι μας??"
Το σκευτικα λιγακι....

"Οχι δεν νομιζω...."ειπα στο τελος...

"Εγω στο ειπα.... "αρχισε ο Κριστιαν...

"Πρεπει να αρχισεις να πιστευεις "ειπε ο Αλεκ αγνωοντας τον αδερφο του...."Γιατι αυτο κανω.....επικοινωνω με τους νεκρους.."

"Εισαι νεκρομαντεις?"ρωτησα χωρις να πιστευω λεξη...

"Ναι.Κριστιαν μπορεις να φυγεις λιγακι??Θα ερθω να σε βρω σε λιγο!"

"Λοιπον χαρικα για την γνωριμια Περσεφωνη,και να εισαι σιγουρη οτι θα τα ξαναπουμε!!"
Βγηκε εξω στο μπαλκονι και πηδηξε κατω.Εκει που περιμενα να ακουσω τον ηχο του πεσιματος , τον ειδα να ανεβενει και να πεταει στο μαυρο ουρανο...

"Οταν σου ειχα πει οτι κανουμε το ιδιο πραγμα στο νεκροταφειο εννουσα οτι κοι οι δυο μας κοβουμε τις φλεβες μας."
Πηγα να διαμαρτηρηθω αλλα με κοιταξε με θυμωμενο υφος.

"Η βασικη διαφορα ειναι οτι εσυ το κανεις για να νιωσεις καλυτερα και εγω επειδη μονο ετσι μπορω να επικοινωνισω με καποιο πνευμα."

"ονειρευομαι ετσι?"ειπα περισσοτερο στον εαυτο μου.
Χαμογελασε απογοητευμενα.

"Ναι "ειπε "Ονειρευεσαι" Ξαφνικα ενιωσα αδυναμη......

Ξυπνησα το πρωι και ενιωσα το σωμα μου κουρασμενο.Ποτε ειχα ξαπλωσει και πως με ειχε παρει ο υπνος ουτε που το θυμωμουν..
Εκανα οτι εκανα παντα πριν παω στο σχολειο και εφυγα.
Στους διαδρομους του σχολειου επικρατουσε μια περιεργη φασαρια.Σε ολο το προαβλιο υπηρχαν πηγαδακι απο παρεες κοριτσιων και αγοριων που ελεγαν κατι μεταξυ τους.
Καθως περασα διπλα απο μια ακουσα να λεει:

"Ναι η Σερινα και η Μονικα!Αυτες ηταν στις ειδησεις!
Δεν εχω ιδεα πως κολλησαν,αλλα ειναι κριμα παντως"ειπε και εκανε την λυπημενη.

Ωστε αυτες ηταν οι δυο κοπελες που κολλησαν την καινουργιο ιο...
Αν και δεν θα επρεπε χαρικα που τιμωρηθηκαν...
Χαμογελασα γλυκα και ανεβηκα της σκαλες για την ταξη μου....

29 Ιανουαρίου, 2011

~Τα παραμυθια δεν εχουν παντα ομορφο τελος!~

Κεφαλαιο 3

«Ορίστε ??» είπα.
Ξαφνικά διπλώθηκε και άρχισε να γελάει. Μπορούσα να παραδεχτώ ότι αυτός ο ήχος ήταν ο ποιο όμορφος που είχα ακούσει ποτέ.
Παρόλα αυτά τον κοίταξα ενοχλημένη.
Σταμάτησε να γελάει και  με κοίταξε χαμογελώντας ακόμα..
«Αστειευόμουν» είπε αν και το βλέμμα του σοβάρεψε λιγάκι.

«Μένεις έδω κοντά? Δεν σε έχω ξαναδεί στα μέρη μας...»είπα προσπαθώντας να μάθω κάτι για αυτόν.

«Ναι, μένω λίγο ποιο κάτω.» είπε.
Ξαφνικά μια βαριά φωνή ακουστικέ πίσω του.
«Άλεκ??»

«Θειε ?"»είπε ο αλεκ γυρνώντας προς την μεριά του άντρα.
Ο άντρας μας πλησίασε .Είχε ένα νευριασμένο βλέμμα .Δεν μου έδωσε καν σημασία.
«Γιατί είσαι έδω ?» είπε  με βαριά , βραχνή φωνή.

«Εγω.....»

«Σπίτι ! Τώρα.»Είχα την εντύπωση πως ο Αλεκ θα άρχιζε να  του φωνάζει , αλλά το μόνο που έκανε ήταν  να φύγει . Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει , να πει  ένα αντίο η κάτι τέλος πάντων!
Ο άντρας με κοίταξε με ένα μισητό ύφος και έφυγε πίσω από τον Άλεκ .
Γύρισα σπίτι και έτρεξα στο δωμάτιο μου. Ο γάτος μου ο  Κεουρστ (  cursed )πήδηξε στην αγγάλια μου και κουλουριάστηκε εκεί. Χάιδεψα το μαύρο τρίχωμα του.

«Ξέρεις προτιμούσα όταν ήμουν μόνη στο νεκροταφείο.

»Τώρα δεν ξέρω τι μου γίνεται»
Ο Κουρστ νιαούρισε .
Του διηγήθηκα  τι είχε συμβεί.
Ξανά νιαούρισε.

«Αν θες την επομένη φορά θα σε πάρω μαζί μου »είπα και τον άφησα κάτω. Έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Κοίταγα το ταβάνι όταν ένιωσα μια μικρή ζαλάδα .Την μια στιγμή κοίταγα το ταβάνι και την άλλη έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. Το στρώμα του κρεβατιού μου αντικαταστάθηκε με χώμα και γρασίδι. Ανακάθισα και  περιεργαστικα το χωρο γυρο μου.Ημουν σε ένα μικρο λιβαδι.Λίγο ποιο μακριά από το σημείο που ήμουν καθισμένη μια μαύρη μορφή καθόταν στο γρασίδι και ψιθυρίζει λέξεις.. η γλωσσά μου ήταν άγνωστη .Πλησίασα την μορφή .Ξαφνικά σαν να τον διαπέρασε ηλεκτροσόκ η μορφή πετάχτηκε και με κοίταξε .Γκρίζα μάτια μαύρα ,μαύρα μαλλιά….

«Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό!»Η φωνή του ήταν αγνώριστη. «Όχι δεν έπρεπε να μπορείς να το δεις αυτό»
Κρατούσε τον καρπό του και ανάμεσα στα δάχτυλα του είδα να στάζει αίμα.

«Όχι…. είχε δίκιο …»Άπλωσε το χέρι με το αιμα του και ξωγράφισε κατι στο μετωπο μου
Ένιωσα την γη να με τραβάει και γλίστρησα….
Κοίταζα πάλι το ταβάνι του δωματίου μου.Το κεφάλι μου πονούσε.Πρέπει να με πήρε ο ύπνος. Η πόρτα του μπαλκονιού ήταν ανοιχτή αφήνοντας τις σταγόνες τις βροχής να ποτίζουν το μπορντό χαλί του δωματίου μου. Κοίταξα το ρολόι του κομοδίνου μου. Είχα 10 λεπτά να ετοιμαστώ και να πάω στο σχολειό για να μην χάσω την πρώτη ώρα. Έβαλα μια κόκκινη μπλούζα,ένα μαύρο τζιν και της αγαπημένες μου μπότες. Έχωσα μερικά τετράδια στην τσάντα μου και κατέβηκα γρήγορα στην κουζίνα.

«Πρωινό »άκουσα μια φωνή πίσω μου. Άρπαξα γρήγορα το σάντουιτς από το τραπέζι και βγήκα έξω.
Ισα που πρόλαβα να μπω στο σχολειό πριν κλείσουν οι πύλες.Η Σερινα και η κολλητή της κάθονταν απέξω και κάπνιζαν . Προσπάθησα να περάσω ανάμεσα τους αλλά εκείνες μου έκλεισαν τον δρόμο .Η Σερινα φύσηξε τον καπνό στο πρόσωπο μου.
«Απορώ πως σε υιοθέτησαν …δεν έβλεπαν τι έπαιρναν ?Μάλλον οι γονείς σου το πήραν χαμπάρι νωρίς και σε έδωσαν!»

«Μην τολμήσεις και ξαναπιάσεις στο στόμα σου τους γονείς μου » είπε νευριασμένη.

«Αλλιώς τι??Τι θα μου κάνεις???»

«Θα το μετανιώσεις Σερ!!!Θα το μετανιώσετε όλες σας.!!!νομίζετε ότι είστε καλύτεροι από έμενα ….Τότε δεν με ξέρετε καλά!!!»Τις έσπρωξα βίαια και έτρεξα στο τμήμα μου.
Όταν επιτέλους σχόλασα ,πήγα κατευθείαν στο σπίτι ,Η μητέρα μου είχε στρώσει το τραπέζι .Έκατσα στο τραπέζι  και άρχισα να τρώω..Η μητέρα ξαφνικά δυνάμωσε τον ήχο της τηλεοράσεις .

«Δυο νεαρά κορίτσια κόλλησαν έναν τον νέο ιό και τώρα νοσηλεύονται στο κρατικό νοσοκομείο .Τα συμπτώματα είναι απώλεια μαλλιών, καθώς και απότομη αύξηση βάρους. Θα παρακαλούσαμε αν εμφανίσετε οποιοδήποτε σύμπτωμα να περάσετε για έναν έλεγχο !Θα επανέρθουμε με νεοτέρα!!»

«Αχ τις καημένες τις κοπέλες «είπε η μαμά.
Δεν είπα τίποτα .Τέλειωσα το φαγητό μου και ανέβηκα στο δωμάτιο μου .Άνοιξα το συρτάρι μου και  έβγαλα από μέσα το ασημένιο μου κουτί .Άνοιξα το σκαλιστό καπάκι και έβγαλα το ξυραφάκι μου. Το πρώτο μου .Το μυαλό μου έτρεξε στον Άλεκ .Θα τον ξανά έβλεπα ποτέ… δεν νομίζω.
Αναστέναξα ....Ο  Κεουρστ ήρθε κοντά μου και άρχισε να μυρίζει το κουτί .Έβγαλα το μπλοκ μου και ένα μολυβί και άρχισα να σχεδιάζω .Σε λίγη ώρα ειχα ζωγραφίσει ένα νεκροταφεία και τον Άλεκ καθισμένο πάνω σε έναν τάφο.
Άκουσα έναν περίεργο θόρυβο ,η μπαλκονόπορτα άνοιξε και ένα φτερωτό πλάσμα κάθησε στο μαύρο πάπλωμα μου.

09 Ιανουαρίου, 2011

Το ονομα μου ειναι Λιζα και αυτη ειναι η ιστορια μου

Ανοιξα τα ματια μου και κοιταξα το ξυλινο ταβανι.Το σωμα μου ηταν μουδιασμενο και με δυσκολια μπορουσα να κουνισω τα ακρα μου.

"Τζοναθαν??"ψιθυρισα αδυναμα.
Μα μοναχα η σιωπη ηταν εκει ...κανεις αλλος...Δεν μπορουσα να θυμηθω τιποτα.Ελαχιστα πραγματα....οπως φλογες..και καπνους..

"Ξυπνησες!!"Ακουσα μια σχετικα οικια φωνη.Δεν ειχα προσεξει οτι καποιος ειχε μπει στο δωματιο.

"Aλεξαντερ.?Που ειναι ο Τζοναθαν??Tι ειναι εδω??"

"Ολα ειναι καλα....Ηρεμισε..."
Εκλεισα τα ματια και προσπαθησα να θυμηθω τι ειχε συμβει.Οι αναμνησεις εκεινης της νυχτας τριπησαν στο μυαλο μου γεμιζοντας καθε σκοτεινη του γωνια.Σχεδον μπορουσα να μυρισω τον καπνο.Εσφιαξα με το χερι μου το σεντονι και ενιωσα τα δαχτυλα μου να παραπονιουντε.
Ξαφνικα ενιωσα μια εντονη ζαλαδα.Ο Αλεξαντερ ισα που προλαβε να τραβηξη την λεκανι που βρισκοταν κατω απο το κρεβατι.

"Ισως ειναι η παρενεργιες απο τα φαρμακα που σου εδωσα."ειπε  .
Ξεπληνα το στομα μου και ξαπλωσα παλι.
"Ο Τζοναθαν.."αρχισα αβεβαιη για το τι ηθελα να πω.

"Θα τον βρουμε Λιζα....στο υποσχομαι πως θα το βρουμε.Κοιτα εσυ να γινεις γρηγορα καλα,και αστα τα υπολοιπα!"
Κοιταξα τον χωρο γυρο μου,μην θελοντας να κοιταω τα ματια του.Οποτε τον κοιταζα,ηταν λες και δεν υπηρχε τιποτα αλλο...μοναχα τα ματια του...και αυτο δνε μου αρεσε.
Βρισκομουν σε ενα μικρο δωματιο βαμμενο στο χρωμα της αμμου.Διαφοροι πινακες με χρυσες κορνιζες κοσμουσαν τον τοιχο,ενω το πατωμα ηταν απο σκουρο ξυλο.Διπλα απο το ξυλινο κρεβατι μου υπηρχε ενα εξησου ξυλινο κομοδινο που πανω του βρισκοταν ενα τεραστι πορτατιφ  και απεναντη βρισκοταν μια ντουλαπα.Πλαι στην ντουλαπα υπηρχε μια κλειστη μπαλκονοπορτα .

"Τι ακριβος ειαναι εδω?"

"Ειναι το πατρικο μου σπιτι.Σου περασε η ζαλαδα?"

"Ναι ειμαι πολυ καλυτερα."Σιγα -σιγα κατευασα τα ποδια μου κατω στο πατωμα.Ο Αλεξαντερ με κοιτουσε προσεχτηκα καθως σηκονομουν ορθια.
Πλησιασα σιγα σιγα την μπαλκονοπορτα και την ανοιξα.Ενα απαλα τριξιμο ακουστηκε και οι μαγευτικος ουρανος μου αποκαληφθηκε.Τα αστερια στον ουρανο ηταν χιλιαδες και το φεγγαρι τοσο μεγαλο.Γυρω απο τα σιδερενια κανγκελα του μπαλκονιου υπηρχε μια μεγαλη τριανταφυλλια με τεραστια μπορντο τριανταφυλλα.
Ενα ριγος με διαπερασε.Το ασπρο νυχτικο που φορουσα δεν ηταν ιδιετερα ζεστο.
Σαν να διαβασε την σκεψη μου ειπε

"Αν θες να ντυθεις υπαρχουν ρουχα στην ντουλαπα."
Μπηκα μεσα και ανοιξα την ντουλαπα.Μεσα υπηρχαν ραφια γεματα με πολυχρομες μπλουζες,φορεματα,τζιν παντελονια,καλτες ακομα και εσωρουχα.Και ολα ηταν γυναικια.

"Δεν ξερεις ποτε τι μπορει να σου συμβει "Ειπε ο Αλεξαντερ.Και ειχε δικιο.
Διαλεξα μερικα ρουχα που ημουν σιγουρη πως μου εκαναν και τα αφησα στο κρεβατι.

"Θα μπορουσα να αλλαξω?"ρωτησα κοιτωντας τον.

"Φυσικα"ειπε και βγηκε στο μπαλκονι κλεινοντας τις πορτες πισω του.
Εβγαλα γρηγορα το νυχτικο και φορεσα τα ρουχα.Χτενισα με τα δαχτυλα μου τα μαλλια μου και βγηκα στο μπαλκονι.Ηταν αδειο.Δεν ηταν δυνατον ....κοιταξα κατω γεματι τρομο

"Εδω ειμαι."Ειπε καπου στα αριστερα μου.Γυρισα προς τα εκει και τον ειδα να στεκετε στο διπλανο μπαλκονι.

"Βγες το απο το δωματιο και κατεβα της σκαλες,θα σε περιμενω εκει"ειπε και μπηκε μεσα.Ξαναμπηκα στο δωματιο και ανοιξα την πορτα.
Βγηκα εξω και περασα εναν διαδρομο επισεις γεματο πορτρετα και πινακες και αρκετες πορτες.Στο τελος βρηκα μια σκαλα και την κατεβηκα.
Αυτος ηταν ειδη εκει.
"Πεινας?" ειπε  περνωντας με απο το χερι ,οδηγοντας με σε ενα αλλο δωματιο.Ενα τραπεζι ηταν στρωμενο.Εκατσα στην μια ακρη του και αυτος εκατσε στην αλλη.

"Ποιος αλλος μενει εδω?"ρωτησα καθως εβαζα στο πιατο μου ψητο κρεας.

"Κανεις.Μοναχα μια οικονομος.Ερχομαι εδω ποτε ποτε."

"Γιατι μενει εδω?Μονη της?" τον ρωτησα επιμενοντας.

"Φροντιζει τον πατερα μου."ειπε καθως το προσωπο του γινοταν μια ανεκφραστη μασκα.

"Ενταξη "ειπα και αρχισα να τρωω.
Οταν ποια χορτασα,αφησα κατω τα μαχαιροπιρουνα και κοιταξα τον Αλεξαντερ.Ειχε φαει ελλαχιστα,ενω εγω ειχα φαει για 3 ατομα.

"Ευχαριστω πολυ "ειπα."Για ολα οσα εκανες για μενα!"

"Δεν κανει τιποτα."ειπε εκεινος .

"Τι ξερεις να μου πεις για τους Νεκρους Αγγελους."ρωτησα με τον φοβο να χρωματιζει την φωνη μου.

"Τιποτα το ιδιετερο."
Τον κοιταξα σηκονοντας το φρυδι μου.

"Λοιπον...ξερω οτι ο Βασιλιας τους πεθανε καθως ειχε γερασει ποια...πρεπει να κοντευε τα 600 ποια...Τοτε ενας απο τους εχθρους τους,πιστεχε με ειναι πολυ,καταφερε να τον σκοτωσει."

"Αυτα μου τα ειπε και ο Τζοναθαν"ειπα και η φωνη μου εσπασε οταν προφερα το ονομα του."Αλλα γιατι λεγοντε ετσι?Τι ειναι"

"Ειναι εκπτωτοι αγγελοι.Και για να ζησουν τρεφονται με νεκρα κουφαρια ανθρωπων."
Ενιωσα το φαγητο στο στομαχι μου να ανακατευεται.

"Και συνηθως σκοτονουν για να το βρουν"ειπε .

"Παμε μια βολτα εξω.Εχει πολυ ωραιο καιρο.!"
Σηκοθηκαμε απο το τραπεζι και πηγαμε σε ενα μικρο χολ.Μου εδωσε ενα παλτο και βγηκαμε εξω.
Γυρα απο το σπιτι υπηρχαν τεραστια πανεμορφα δεντρα και μικρες τριανταφυλλιες που αρωματιζαν τον αερα.

"Ειναι πολυ ομορφα εδω "ειπα κοιτωντας ακομα τα δεντρα.

"Ναι πραγματι ειναι"συνφωνησε και ο Αλεξαντερ.
Ξαφνικα ολα σκοτεινιασαν και βυθιστηκα στο γνωριμο πλεον σκοταδι.